γαργάλῳ

γαργάλῳ
γάργαλος
tickling
masc dat sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • γαργαλώ — ( άω) βλ. γαργαλίζω …   Dictionary of Greek

  • γαργαλώ — γαργάλησα, γαργαλήθηκα, γαργαλημένος, γαργαλίζω: Τον γαργαλώγια να ξυπνήσει. – Γαργαλήθηκε από την προίκα της …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγαργάλητος — η, ο [γαργαλώ] βλ. αγαργάλιστος …   Dictionary of Greek

  • γαργαλίζω — και γαργαλεύω και γαργαλώ (AM γαργαλίζω) 1. ερεθίζω κάποιον με τα δάχτυλα ή κάποιο λεπτό αντικείμενο σε ευαίσθητα μέρη τού σώματος (μασχάλες, φτέρνες κ.λπ.) ώστε να προκληθεί σύσπαση τών γελαστικών μυών και ν αρχίσει να γελάει 2. ερεθίζω, προκαλώ …   Dictionary of Greek

  • γαργαλητό — το [γαργαλώ] το να ερεθίζει κανείς κάποιον με γαργάλημα …   Dictionary of Greek

  • καταγαργαλίζω — (Α) γαργαλώ υπερβολικά …   Dictionary of Greek

  • κνίζω — (AM κνίζω) νεοελλ. προκαλώ κνησμό, ερεθίζω το δέρμα μσν. αρχ. 1. ξύνω 2. πληγώνω, κεντώ, κάνω αμυχή αρχ. 1. (για έρωτα ή άλλα αισθήματα) πειράζω, ερεθίζω (α. «τὸν δὲ Ἀρίστωνα ἐκνιζε ἄρα τῆς γυναικὸς ταύτης ἔρως», Ηρόδ. β. «μὴ κόρος ἐλθὼν κνίσῃ»,… …   Dictionary of Greek

  • προγαργαλίζω — Α 1. γαργαλίζω πρωτύτερα 2. φρ. «προγαργαλίζω έμαυτόν» προετοιμάζομαι για γαργάλημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + γαργαλίζω «γαργαλώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσκνήθω — Α ξύνω ή γαργαλώ («κάπρον παῑς χειρὶ προσκνήθων νέᾳ», Τραγ. Αδέσπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + κνήθω «ξύνω»] …   Dictionary of Greek

  • υπεργαργαλίζω — Μ [γαργαλίζω] γαργαλώ πάρα πολύ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”